ἐσπουδασμένως

ἐσπουδασμένως, Adv. [tense] pf. part. [voice] Pass.,
A seriously, in earnest, Pl.Sis. 390c ; zealously, Str.10.3.5, J.AJ16.7.1; hastily, Hld.1.27.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εσπουδασμένως — ἐσπουδασμένως (Α) 1. επίρρ. σπουδαία, σοβαρά 2. με ζήλο 3. γρήγορα, εσπευσμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < εσπουδασμένος, μτχ. παθ. παρακμ. τού σπουδάζω] …   Dictionary of Greek

  • ἐσπουδασμένως — seriously indeclform (adverb) σπουδάζω to be busy perf part mp masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατραβιάζειν — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἐσπουδασμένως καὶ ἀσήμως λαλεῑν». [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. λατραβιάζειν και λατραβίζω συνδέονται με το λατ. latrō, πιθ. με σημ. «γαβγίζω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.